Οι σημαντικότεροι εχθροί της ελιάς είναι ο δάκος (Οleae Bactrocera), ο πυρηνοτρήτης (Prays oleae) και το λεκάνιο (Saissetia oleae). Και τα τρία είναι διαδεδομένα ευρέως στην περιοχή της Μεσογείου προκαλώντας σημαντικές οικονομικές απώλειες.
| Bactrocera oleae (Diptera: Tephritidae) Βρίσκεται σε όλες τις ελαιοκομικές περιοχές της Μεσογείου. Εντούτοις, δεν έχει βρεθεί σε περιοχές όπου η ελιά είναι εισαγόμενο είδος, όπως η Βόρεια και Κεντρική Αμερική (Καλιφόρνια, Αριζόνα, Μεξικό, Ελ Σαλβαδόρ), Νότια Αμερική (Αργεντινή, Χιλή, Περού, Ουρουγουάη), η Κεντρική Ασία (Κίνα) και η Αυστραλία.
Όμως πρόσφατα στην περιοχή της Καλιφόρνιας διαπιστώθηκε η παρουσία του είδους αυτού.
Στη Βόρειο Ιταλία και Νότιο Γαλλία, οι προσβολές μπορεί να ξεκινήσουν στα τέλη Ιουνίου, Ιουλίου, ακόμα και τον Αύγουστο. Οι πληθυσμοί αυξάνουν σταδιακά και φτάνουν το μέγιστο το Σεπτέμβριο – Οκτώβριο. Σε αυτές τις περιοχές εμφανίζονται το πολύ τρεις γενιές κατά τη διάρκεια του έτους. Στην Νότιο Ιταλία, Ισπανία και Κεντρική Ελλάδα, οι προσβολές ξεκινούν τον Ιούνιο–Ιούλιο, αλλά μετά την εμφάνιση της πρώτης γενιάς, οι πληθυσμοί μειώνονται λόγω των υψηλών θερμοκρασιών του καλοκαιριού (πάνω από 33°C), σε συνδυασμό με τη χαμηλή σχετική υγρασία. Ο πληθυσμός αρχίζει να αυξάνει πάλι από το Σεπτέμβριο μέχρι το Νοέμβριο-Δεκέμβριο. Σε νοτιότερες περιοχές, όπως στην Κρήτη ή την Βόρειο Αφρική, οι προσβολές ξεκινούν από το Μάιο. Τα τέλεια άτομα μπορούν να ζήσουν αρκετούς μήνες. Η μέγιστη μακροζωία παρατηρείται στα έντομα που εμφανίζονται το φθινόπωρο και αυξάνει σταδιακά από το Σεπτέμβριο μέχρι το Νοέμβριο. Ο δάκος μπορεί να επιβιώσει για σύντομο χρονικό διάστημα σε θερμοκρασίες λίγο κάτω από 0°C, αλλά πεθαίνει εάν παραμείνει για ημέρες σε αυτές τις συνθήκες. Μερικά άτομα επιβιώνουν σε θερμοκρασίες από 0-5°C για ένα μήνα, αλλά το ποσοστό θνησιμότητας είναι γενικά υψηλό. Στο ελαιόδενδρο, ο δάκος φαίνεται να περιορίζεται στην κόμη του δένδρου, δεδομένου ότι εκεί βρίσκονται οι καρποί. Εντούτοις, έχει τη δυνατότητα μεγάλης απόστασης διασποράς. Έχουν παρατηρηθεί μετατοπίσεις εντόμων από 4 έως 10 χλμ, ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες, την τοπογραφία και τη διαθεσιμότητα των καρπών. Εντούτοις, σε κανονικές περιβαλλοντικές συνθήκες οι μετακινήσεις είναι μικρές. Το έντομο διαχειμάζει στο στάδιο της νύμφης αρκετά εκατοστά κάτω από τα έδαφος. Στις αρχές Ιουνίου τα θηλυκά εναποθέτουν τα αυγά στους άγουρους καρπούς. Το θηλυκό μπορεί να εναποθέσει καθημερινά 10-12 αυγά (ένα αυγό ανά καρπό) και περίπου 200-250 σε μια περίοδο. Το θηλυκό τρυπά τον καρπό με τον ωοθέτη και εναποθέτει ένα αυγό μέσα στη σάρκα του ελαιόκαρπου. Η προνύμφη τρέφεται από τον ιστό τον καρπών, προκαλώντας καρπόπτωση.
Ο κύκλος ζωής ποικίλλει από ένα έως έξι ή επτά μήνες. Τα αρσενικά παράγουν ένα χαρακτηριστικό ήχο κατά τη διάρκεια του ζευγαρώματος, που πραγματοποιείται συνήθως κατά το σούρουπο, με το τέλος της ημέρας. Ο έλεγχος των πληθυσμών των εντόμων περιλαμβάνει δολωματικούς ψεκασμούς (προληπτική αντιμετώπιση), ψεκασμούς καλύψεως (θεραπευτική καταπολέμηση), μαζική παγίδευση. Οι δολωματικοί ψεκασμοί είναι δυνατόν να γίνονται είτε από το έδαφος, είτε από τον αέρα. Τεχνικές περισσότερο φιλικές προς το περιβάλλον χρησιμοποιούν στείρα αρσενικά άτομα με ακτινοβολία, καθώς επίσης και χρήση φερομόνης. Και τα δύο φύλα μπορούν να αποστειρωθούν με 8-12 krad (ακτινοβολία 80–120 Gy), όταν οι προνύμφες εκτίθενται σε αυτό το επίπεδο ακτινοβολίας. Η σύνθεση 1,5,7- trioxaspiro[5,5]undecane (ανάλογο του κυριότερου τμήματος της φερομόνης του εντόμου), έχει συντεθεί στο εργαστήριο και εξεταστεί στην πράξη, και υπό βέλτιστες συνθήκες, παρουσιάζει την ίδια ελκυστικότητα με τη φυσική φερομόνη.
|
|
Prays oleae (Lepidoptera: Hyponomeutidae) Ο πυρηνοτρήτης ή σκώρος των ελιών φαίνεται να έχει την ίδια προέλευση με το ελαιόδενδρο. Ήταν γνωστός ως παράσιτο της ελιάς στους πρώιμους ιστορικούς χρόνους, όπως εμφανίζεται από τις περιγραφές στα αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα. Υπάρχει σε όλες τις ελαιοκομικές χώρες της Μεσογείου. Στην Ανατολή, έχει βρεθεί στις περιοχές γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, όπως η Κριμαία και η Γεωργία. Η παρουσία του δεν έχει αναφερθεί στην Κεντρική Ασία (Ιράν, Πακιστάν, Αφγανιστάν), την Ανατολική Αφρική (Ερυθραία), τη Νότιο Αφρική και την Αμερική (Βόρεια και Νότια).
Προσβάλλει τα άνθη, τους καρπούς και τα φύλλα της ελιάς. Ο κύκλος ζωής του περιλαμβάνει τρεις ευδιάκριτες γενεές. Η πρώτη γενεά αναπτύσσεται στα άνθη (ανθόβια γενεά), προκαλώντας ελαφρά έως μέτρια προσβολή. Η δεύτερη γενεά αναπτύσσεται στον καρπό (καρπόβια γενεά) και μπορεί να προκαλέσει εκτεταμένη καρπόπτωση. Οι προνύμφες εισχωρούν στον καρπό και προχωρούν στον πυρήνα, ο οποίος δεν έχει ακόμη σχηματιστεί. Εάν κατά τη μετακίνησή τους στο εσωτερικό του καρπού, οι προνύμφες ζημιώσουν τα αγγεία που συνδέουν τον ποδίσκο με τον καρπό, τότε παρατηρείται διακοπή της τροφοδοσίας και καρπόπτωση. Στους προσβεβλημένους καρπούς που παραμένουν στο δένδρο, οι προνύμφες συνεχίζουν την ανάπτυξή τους μέχρι να σκληρυνθεί ο πυρήνας, οπότε τον διαπερνούν. Οι καρποί συρρικνώνονται και πέφτουν (δεύτερη καρπόπτωση) κατά το Σεπτέμβριο-Οκτώβριο. Το ελαιόλαδο που παράγεται από τέτοιους καρπούς έχει οξειδωμένη και ταγγή γεύση. Η τρίτη γενεά αναπτύσσεται στα φύλλα και τους τρυφερούς βλαστούς (φυλλόβια γενεά). Οι νεαρές προνύμφες εισέρχονται στο εσωτερικό του φύλλου και τρέφονται από το παρέγχυμα, σαν φυλλορύκτες. Οι ζημιά που προκαλούν δεν είναι τόσο σημαντική, συγκρινόμενη με τις άλλες δύο γενεές. Στις νότιες περιοχές της Μεσογείου, ο πυρηνοτρήτης εμφανίζεται στις αρχές Μαρτίου, τον Απρίλιο και αρχές Μαΐου. Τα έντομα είναι νυκτόβια, παραμένουν στις χαμηλότερες επιφάνειες των φύλλων κατά τη διάρκεια της ημέρας και αρχίζουν να δραστηριοποιούνται μετά τη δύση του ηλίου.
Οι κλιματολογικές συνθήκες έχουν σημαντική επίδραση στην παρουσία του πυρηνοτρήτη. Τα αυγά και οι νεαρές προνύμφες είναι ιδιαίτερα τρωτά σε συνθήκες χαμηλής σχετικής υγρασίας και υψηλές θερμοκρασίες. Με σχετική υγρασία μικρότερη από 60%, τα αυγά αφυδατώνονται μέσα σε μερικές ώρες, ανεξάρτητα από τη θερμοκρασία. Επίσης, οι νεαρές προνύμφες δεν επιβιώνουν σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες από 30°C. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί ο πυρηνοτρήτης δεν απαντάται σε θερμές και ξηρές ηπειρωτικές ζώνες. Ο έλεγχος των εντόμων της πρώτης γενεάς (ανθόβια) μπορεί να γίνει χρησιμοποιώντας βιολογικά εντομοκτόνα βασισμένα στο βάκιλο της Θουριγγίας (π.χ. Thuricide, Bactospeine). Τα άτομα της δεύτερης γενεάς (καρπόβια) πρέπει να ψεκαστούν με επιλεκτικά εντομοκτόνα όπως το triflumuron (Alsystin) και teflubenzuron (Nomolt) που εμποδίζουν τη σύνθεση της χιτίνης. Άλλα συμβατικά εντομοκτόνα περιλαμβάνουν το fenthion (Lebaycid), methidathion (Ultracide), dimethoate, κ.λπ. |
|
Saissetia oleae (Homoptera: Coccidae) Το λεκάνιο (S. οleae) είναι ευρέως διαδεδομένο από την Κεντρική Ασία έως την Αφρική. Αποτελεί τον τρίτο σε σπουδαιότητα εχθρό της ελιάς μετά το δάκο και τον πυρηνοτρήτη. Το λεκάνιο συμπληρώνει μία γενεά το χρόνο στη Μεσόγειο, αν και σε ορισμένες περιοχές και υπό ευνοϊκές συνθήκες, μπορεί να αναπτυχθεί και δεύτερη γενεά το φθινόπωρο. Προκαλεί άμεση εξασθένηση του δένδρου λόγω της απομύζησης χυμών, ενώ παράλληλα βλάπτει έμμεσα τα δένδρα με την παραγωγή μελιτωδών εκκρίσεων που διαβρέχουν τα φύλλα και τους βλαστούς. Το μελίτωμα αποτελεί υπόστρωμα ανάπτυξης διαφόρων μυκήτων και είναι την κάλυψη των φύλλων, εμποδίζεται η φωτοσύνθεση και παρατηρείται φυλλόπτωση σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Τα τέλεια έντομα είναι θηλυκά με κυρτό σώμα που περιβάλλεται από καστανό, σκληρό περίβλημα. Στη ράχη του υπάρχουν τρεις κυρτώσεις που σχηματίζουν το γράμμα Η, που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του κοκκοειδούς αυτού. Οι νύμφες που εκκολάπτονται από τα αυγά εγκαθίστανται στην κάτω επιφάνεια των φύλλων και κλαδίσκων του δένδρου. Η υψηλή σχετική υγρασία και οι ήπιες θερμοκρασίες ευνοούν την ανάπτυξη του λεκανίου. Για το λόγο αυτό, η πυκνότητα της κόμης των δένδρων και οι μικροκλιματικές συνθήκες κάτω από την κόμη, που σχετίζονται με τις καλλιεργητικές πρακτικές (πυκνότητα φύτευσης, βάθος εδάφους, παρουσία ύδατος, λιπάσματα, κλάδεμα, κ.λ.π.) ασκούν σημαντική επιρροή στην ανάπτυξη του λεκανίου. Επιπλέον, η μέτρια χρήση αζωτούχων λιπασμάτων και άρδευσης, βοηθά στην μείωση της κυκλοφορίας του χυμού στο δέντρο, που παρέχει πλούσιο θρεπτικό υπόστρωμα για την ανάπτυξη του λεκανίου
Το κλάδεμα για τη δημιουργία δένδρων που αερίζονται καλά, μειώνει την προσβολή από λεκάνιο και προτιμάται από τη χημική καταπολέμηση. Επιπλέον, η βιολογική καταπολέμηση είναι αποτελεσματική, δεδομένου ότι υπάρχει μεγάλος αριθμός παρασίτων και αρπακτικών, τα οποία κρατούν τον πληθυσμό του λεκανίου σε χαμηλά επίπεδα. Τα πολύ συχνά χρησιμοποιούμενα παράσιτα είναι τα Metaphycus flavus, Metaphycus helvolus και M. bartletti.
Όσον αφορά τα αρπακτικά, το πιο συχνό είναι η Scutellista cyanea, που είναι αρπακτικό αυγών. Τα παράσιτα αυτά, συνδυαζόμενα με κατάλληλο κλάδεμα του δένδρου, παρέχουν ικανοποιητικό έλεγχο σε βόρειους και παράκτιους ελαιώνες. Σε άλλες περιοχές, ο βιολογικός έλεγχος είναι μη αποτελεσματικός, επειδή η ανάπτυξη του λεκανίου δυσκολεύει την εγκατάσταση των παρασίτων. |
Τέλειο θηλυκό έντομο δάκου
Προσβεβλημένοι καρποί
Ενήλικο άτομο πυρηνοτρήτη
Ζημία λουλουδιών από τις προνύμφες πρώτης γενεάς
Λεκάνιο με οπές εξόδου της Scutellista cyanea.
Οπές εξόδου λεκανίου από Metaphycus helvolus
Καλησπέρα και Χρόνια Πολλά. Έχω 24 νεαρές ελιές (3-4 ετών) στο Αλιβέρι της Εύβοιας, κατά κύριο λόγο κορωνέϊκες (20) και 4 δέντρα βρώσιμες ποικιλίες, Αμφίσσης (2), Καλαμών και Μάκρης (Αλεξανδρουπολίτικη ποικιλία). Χθες που πήγα στο κτήμα μετά από περίπου 1,5 μήνα από τη λίπανση με Θειϊκή Αμμωνία, είδα από μακριά ότι κάποια δέντρα έμοιαζαν να έχουν ξεραθεί τα φύλλα τους. Αρχικά υπέθεσα ότι μάλλον υπερέβαλα με τη λίπανση (περίπου 700-800 γρ/δέντρο), αλλά αφού τις παρατήρησα όλες αναίρεσα την αρχική μου εκτίμηση, αφού είχα δύο πολύ μικρά δέντρα (ξεράθηκαν τα αρχικά και αντικαταστάθηκαν με άλλα) τα οποία έχαιραν άκρας υγείας. Όταν πλησίασα κοντά και παρατήρησα τους κορμούς των ξερών δέντρων, υπήρχαν πάνω στον κορμό κάποια σημεία με μπεζ χρώμα και στην αφή έμοιαζε με πούδρα ή το «ροκανίδι» που αφήνει το σαράκι στο ξύλο, ή ακόμα το σκουλήκι στα όσπρια. Κάτω από αυτήν την «πούδρα», υπήρχε τρύπα σε μέγεθος κεφαλιού καρφίτσας. Το δέντρο που είχε προσβληθεί περισσότερο, είχε τα πιο ξερά φύλλα (και μάλλον δεν σώζεται με τίποτα), ενώ τα άλλα δύο (το ένα γειτονικό και το άλλο δύο σειρές πιο κάτω) ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Μετά την πρώτη κρυάδα και στενοχώρια, αποφάσισα να πάω στο γεωπόνο και τον είδα να ξαφνιάζεται επίσης με τα συμπτώματα, σα να μην του είχε ξανατύχει. Μου έδωσε ένα φυτοφάρμακο (δε θυμάμαι όνομα, για θρίπα και αλευρώδη) και μου είπε να ραντίσω όλα τα δέντρα, ενώ τα προσβεβλημένα να περαστούν με πυκνότερο-ισχυρότερο διάλυμα στον κορμό και τους μεγαλύτερους βραχίονες με τη βοήθεια πινέλου, ενώ θα γίνει επανάληψη σε 7-10 ημέρες. Μήπως τελικά δεν έκανα καλά που χρησιμοποίησα φάρμακο, αλλά θα έπρεπε να κόψω και να κάψω τα δέντρα για να μη χάσω και άλλα; Τι έντομο μπορεί να προκαλέσει αυτή τη ζημιά (γιατί όπως βλέπω δε συμπεριλαμβάνεται στους εχθρούς της ελιάς που περιγράφετε); Ευχαριστώ εκ των προτέρων για τη βοήθειά σας.
Με εκτίμηση
Νίκος Δεσποτίδης
Καλημέρα φίλε μου. Κι εγώ αντιμετωπίζω το ίδιο πρόβλημα στα Φύχτια Αργολίδας. Μου έχει προσβάλλει κι εμένα 5 ρίζες σε νεοφυτεμένη καλλιεργεια αλλά τις άφησα να δω. Μετά από ένα μήνα και αφού τις έκοψα χαμηλά άρχισαν να ξανά πετάνε νέα φύλλα από πολύ χαμηλά. Θα δούμε. Με την βοήθεια ενός *γάτου γεωπόνου βρήκαμε το έντομο που κάνει την ζημιά. Είναι μια πεταλούδα λευκή που γεννάει ένα κουκούλι λευκό κι εκεί μέσα έχει αυγά. Το σκουλήκι μόλις βγει τρυπαει τον κορμό και από κει πίνει όλα τα υγρά και ξερενετε. Αν το σκουλήκι γεννηθεί ψηλά ξερενετε ένα μέρος ψηλά στην ελια. Το κόβεις και το πετάς μακριά. Αν γεννηθεί χαμηλά, εκεί είναι το πρόβλημα. Τρυπαει χαμηλά τον κορμό και την ξερενει όλη. Ο γεωπόνος μου είπε ότι λόγο ζέστης μεγάλης διάρκειας φέτος αυτό το έντομο επιμένει. Ακολούθησα την συμβουλή του και ψεκαζω κάθε 20 μέρες. Είδα μεγάλη βελτίωση αλλά το έντομο επιμένει. Άντε να κρυαδίσει λίγο να μας αφήσει ήσυχους. Πες μου νέα σου.